Τα παλληκάρια με τα μπλε τζιν στο αλωνάκι της δόξας (Διήγημα)

Γράφει ο Χρήστος Τσιτσιριδάκης

 

Για τα καλά είχε μπει πια ο Νοέμβρης, τόσο που ο ήλιος δείλιαζε να βγει από τα βουνά και να επιτελέσει την αιώνια εκδρομή του πάνω από τον κόσμο.
Έκανε κρύο όλες τούτες τις μέρες, μα κάτι έμοιαζε διαφορετικό σε τούτο τον Νοέμβρη. Λες και η φύση σηματοδοτούσε κάτι που αναθρέφονταν στις ψυχές των ανθρώπων και ετοιμάζονταν να βγει παραέξω.
Οι μέρες περνούσαν και τόσο γίνονταν άνοιξη στον τόπο και στις καρδιές. Αν ήσουν σε τούτη την Αθήνα δεν θα καταλάβαινες ότι κάτι θα ξέσπαγε. Μόνο θα το διαισθανόσουν στις άκρες των δαχτύλων σου, στα κόκαλα σου, στο αίμα σου που βράζει και αυτό για ξεσηκωμό.
Σκυφτά χρόνια μονότονα, σαν ο αέρας να είχε χάσει την γλύκα του, σαν τα λουλούδια να είχαν απαρνηθεί το μυροβόλο ιδίωμά τους. Τα αισθήματα των ανθρώπων έκλειναν καλά στα ατσάλινα κάστρα που ΄χαν φτιαχτεί από τα παραπονεμένα όνειρά τους.
Όμως σαν κάτι να άλλαζε σε τούτο τον Νοέμβρη κάτι που δεν το διάβαζες στα πρόσωπα των κοριτσιών στο ύπουλο βλέμμα του καταδότη. Κάτι άλλαζε, τόσο πρωτοφανές, αλλά και προφανές που ούτε οι πιο πονηρεμένοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν.
Κι όμως τα παιδία από χρόνια στις τσιμεντένιες φυλακές τους στα υπόγεια δρομάκια της σκέψης τους, φύλαγαν το μυστικό της επανάστασης. Και έπιαναν σιγά σιγά τον χορό, μερικά το νιώθανε ακόμα, πως η ώρα είχε φτάσει. Όχι, όχι καθόλου άβουλα δεν ξεχύθηκαν εκείνες τις μέρες, χωρίς ιδέες χωρίς σκοπούς. Βγήκαν αυθόρμητα και φώναξαν εκείνο τον Νοέμβρη, αλλά η φωνή τους μεγάλωνε καιρό. Μεγάλωνε στις μυστικές συνελεύσεις στα κρυφά βιβλία, στο ηρωικό αντάρτικο που φιλοξενούσαν τα σκοτάδια της πόλις.
Κάπου μακριά κοβόταν ο τόπος σε κομμάτια και σε γραφεία εκφωνούνταν λόγοι για την πατρίδα. Όμως στις ψυχές των ανθρώπων αντηχούσαν οι αληθινές καμπάνες. Αυτές που θα έβγαζαν τον τόπο λεύτερο, θα τον έκαναν να ανασάνει πάλι.

Ήταν πρωί ακόμα, τόσο που μόνο μερικές γυναίκες είχαν βγει στα μπαλκόνια για να κάνουν μπουγάδα να αισθανθούν την πανέμορφη πρωινή ευφορία που ζωντανεύει πάλι τα πρώτα πα(ραπα)τήματα στην ζωή, στον έρωτα.
Τα λεωφορεία στριμώχνονταν στους δρόμους ήδη κίνηση διαφαίνονταν στις μεγάλες οδούς. Από τα μπαλκόνια των σπιτιών και από τις ταράτσες, από τις αλάνες που παίζουν τα παιδία και τα ιερά μάρμαρα που λάμπουν στον ήλιο, από παντού φαινόταν πως όλα είχαν για τα καλά ξεκινήσει.
Σε λίγες στιγμές, ο χώρος του πανεπιστημίου είχε γεμίσει. Με παιδιά, με φωνές, με συνθήματα. Με τα άκρατα κλάματα χαράς που χρόνια είχαν να ποτίσουν τον τόπο.
Ιατρεία στήνονταν στις αίθουσες των μαθημάτων, αλυσίδες για τρόφιμα, ο πρώτος ελεύθερος σταθμός. Έξω από το πολυτεχνείο, σηκώνονταν τα σχέδια για τα οδοφράγματα, για την πάλη σώμα με σώμα, για την επικείμενη, πολυπόθητη, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΕΠΑΝΑΤΑΣΗ.
Μέσα στις ψυχές των ανθρώπων κάτι ξυπνούσε. Κάτι σαν κρυφό γλέντι, σαν μεγάλο γιορτινό πανηγύρι σαν άκρατη χαρά που υπερνικά τον φόβο και την αμφιβολία.
Πολυτεχνείο εδώ, Πολυτεχνείο εκεί και οι λέξεις χάνανε το νόημά τους, γιατί Πολυτεχνείο παντού και εξέγερση παντού και λευτεριά. Τα αυτοκίνητα ανέβαιναν την Πανεπιστημίου με τα ατσαλένια τους κορμιά γραμμένα με συνθήματα και στιχάκια.
Και κινούσε ο γλυκός χορός και ζυγώνανε οι ώρες και οι στιγμές. Βάδιζαν τα ηρωικά παλικάρια στα μπλε τους τζιν με τα τσιγάρα στα χέρια. Τρέχανε τα κορίτσια στα στάχυα των ξέπλεκων μαλλιών τους. Σαν να σταμάταγε ο χρόνος. Και η κακουργία αναθρέφονταν στα σκοτάδια και στις ψυχές των κακών ανθρώπων.
Κάπου άρχισαν να χτυπάνε. Κανένας λόγος ακόμα. Χτυπούσαν τους γνωστούς αυτούς που ξέρανε. Τώρα όμως δεν ξέρανε πια ποιόν να χτυπήσουν γιατί όλοι ήρθαν στους δρόμους.
Οι ώρες περνούσαν στο βλεφάρισμα των ματιών. Ο κόσμος έβγαινε έξω να ανταμώσει την πρωτόγνωρη γιορτή στα χρόνια της θλίψης. Ταψιά με φαγητά και φάρμακα. Γύρω από το πανεπιστήμιο στήνονταν οι σκοπευτές. Ήταν νύχτα και βαράγανε στο ψαχνό. Κάποιο παιδί διπλώθηκε πάνω στο φορείο που κουβάλαγε για άλλον. Ήταν απειλή. Ύψωσε φωνή και ανάστημα και φορείο και του ύψωσαν όπλο.
Η νύχτα κοκκίνιζε σιγά σιγά, έτσι που η αύρα του θανάτου απλώνονταν με μια σιγουριά στον αέρα. Οι σφαίρες σφηνώνονταν στις γωνίες και στα μάρμαρα. Έσπαζαν τον κόσμο και τα κορμιά των παιδιών.
Και όχι μόνο των παιδιών αλλά και των μανάδων και των πατεράδων και ενός μωρού, ίσαμε πέντε χρονών, που απείλησε και αυτό. Απείλησε έτσι όπως σήκωσε παρακλητικά τα χεράκια του σαν να φώναζε ή να προσεύχονταν.
Οι χορδές μιας κιθάρας ίσως και να μουρμούριζαν παρακαλετά, οι κραυγές των τραυματιών σκίζαν τον αέρα .Όσοι ήταν άτυχοι τους πήγαν στα κρατικά νοσοκομεία. Τους βασάνιζαν, τους έκαναν να ουρλιάζουν και να κλαίνε. Προξενούσαν κακό λες και ένιωθαν ότι η φορά του αέρα είχε αλλάξει ανεπιστρεπτί.
Οι μανάδες ίδρωναν στο δικό τους προσωπικό δράμα, ίσως κάποια να σηκώνονταν να έπαιρνε την πέτρα το όπλο του γιού της να συνέχιζε τον αγώνα. Η φρίκη ερχόταν και έδενε με το ηθικό μεγαλείο και ο άνθρωπος ανεγείρονταν από το φθαρτό της ύπαρξής του και γεννιόνταν θεός και ήρωας.
Κάποιοι φώναζαν για ένα τανκ. Όλοι ήταν παραλυμένοι από την αγωνία. Και εσύ αγόρι με τα μπλε τζιν μένεις αιώνια ξαπλωμένο, στις δάφνες και στους ύμνους που προόρισε για σ’ ένα η τύχη. Δεν είσαι πια αυτός που ήσουν. Τώρα είσαι ένας ήρωας. Ευτυχής και αλησμόνητος.
Το τραγούδι της λευτεριάς είχε αρχίσει τώρα μπαΪρεμένο από το θλιβερό μοιρολόι του αίματος.

Και ο ποιητής μένει με την βεβαιότητα να κλαίει, γιατί τα μάτια του δεν είδαν ούτε αξιώθηκαν να δουν τόπο ενδοξότερο από τούτο το αλωνάκι.

Από τούτο τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα.

Και οι μορφές πιάνονται χέρι χέρι ψέλνοντας ύμνους και τώρα εσύ κλεισμένος στους τέσσερεις (σ)τοίχους, προσπαθείς να τους ακούσεις να τους ξεθάψεις από την βαβούρα των αυτοκινήτων και της βροχής

ΤΕΛΟΣ

Στο κείμενο έχει διατηρηθεί η σύνταξη, η ορθογραφία και η στίξη του δημιουργού.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s