Ο Άλεξ στο μονοπάτι των κόκκινων αστεριών

Γράφει ο Χρήστος Τσιτσιριδάκης

‘’Σε σκεπάζουν οι καπνοί σε καίνε,
Η ζωή σου είναι σαν της νύχτας το στερνό το άγγιγμα,
Δεν σε ξέρουν μα φωνάζουν και σου λένε
Πως δεν σου άξιζε ποτέ ούτε του πυρός το νόθο βάπτισμα’’

Βρίσκεσαι και σε καλλιτεχνικό τέλμα. Οι λέξεις δεν ξεδιπλώνονται έτσι εύκολα όπως πριν. Κλωθογυρίζουν γύρω από το μυαλό σου εικόνες και πράγματα. Ξεχειλίζει το φως της μέρας. Ευτυχώς που βρέχεις το φως και βλέπεις να γράψεις. Ευτυχώς που έχεις και το φως.
Ο ήλιος κατηφορίζει περιπαικτικά από τον ουράνιο θρόνο του, να δώσει χώρο στα αστέρια. Στα χίλια μικρά φωτάκια, τις λαμπρές σκέψεις, τις τολμηρές σχέσεις, του σκοτεινού ουρανού και των λαμπρών ματιών του χώρου.
Σαν να έπεσε ένα ποτήρι χρυσόσκονη στον ουρανό και γέμιζε με αστέρια. Εσύ στο παράθυρό σου, στο καλλιτεχνικό σου τέλμα, στην παράξενη στιγμή όπου ιστορούσε ένας παράδοξος γκρίζος άντρας που ΄χει καρφωθεί καλά στα όνειρά σου και μάταια του λες να φύγει.
Στέκεσαι στο παράθυρο και ρουφάς το φως της νύχτας, το λαμπρό το μεγάλο. Το δίχως άλλο το σπουδαίο.
Εσύ δεν είσαι πλασμένη για το φως, είσαι για το σκοτάδι, για τις σκοτεινές σκέψεις τις βρώμικες.
Κλαίω. Μαζεύονται στην άκρη του δρόμου τα δάκρυα πέφτουν, στην υδρορροή την σκονισμένη. Πάνε να χορέψουν μ’ όλα τα βρομόνερα της πόλης. Ερωτοτροπούν, μεθούν, ό,τι θέλουν, βρομόνερα είναι, ποιος θα νοιαστεί;
Τα πέταξαν εδώ, χωρίς να ρωτήσουν, αν εκείνα ονειρεύτηκαν, πόθησαν κάτι άλλο. Βρομόνερα είναι ας πονέσουν. Τα έβλεπα και ευχόμουν να γίνουν σύννεφο και να γυρίζουν πίσω σαν καθαρή βροχή. Δεν ήξερα ακόμα το ρίσκο.
Εδώ εγώ στις σκονισμένες σκέψεις μου, εσύ κάπου να παίζεις με τα μακριά μαλλιά σου, να γελάς.

‘’Και ΕΣΥ, ξανθό αγόρι, εσύ μ’ ακούς;
Στον ωραίο μαύρο χτύπο της καρδιάς μ’ ακούς;
Στο βάδισμα του χρόνου, της ματωμένης καρδιάς μ’ ακούς;
Στην στιγμή που ζύγιαζε ο χρόνος με ατσάλι το κορμί σου μ’ ακούς;
Εσύ εκεί που παίζεις περιπαικτικά με τα μαλλιά σου μ’ ακούς;
Εσύ…… εσύ… μ’ ακούς.
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ μ’ ακούς

Μ’ ακούς; Έχω βγάλει την φωνή μου, μ’ ακούς;
Συγνώμη δεν το ΄θελα ακούς;
Ευχόμουν να  ΄κανα τα στήθια μου τείχος μ’ ακούς;
Θα τους κάψουμε μια μέρα μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ μ’ ακούς;’’

Κάποιος έπαιζε με ένα κομπολόι και περπάταγε μηχανικά στον δρόμο. Άλλος πέταγε τα σκουπίδια. Περνούσε από τον άστεγο, τον ζητιάνο, την πόρνη και κοίταγε. Περνούσε από τα σκουπίδια και έκλεινε το στόμα του να μην βρομίσει.
Ένα ξανθό αγόρι περπατάει στον δρόμο. Όχι, δεν θα γράψεις τώρα Ιστορία, δεν σε νοιάζει. Δεν σου ζητά αυτό η ψυχή σου. Μην την ακούς και εκείνη, πες τούτο που θες να πεις.
Ναι μείνε στο ξανθό αγόρι κοίτα το να το χορτάσεις. Να το θυμάσαι μην τύχει και το χάσεις. Κράτα το σαν ποιηματάκι ή κρυφό διαμάντι. Διαμάντι που το ξέρεις πως σε λίγο θα στο πάρουν, και εσύ δεν θα κάνεις τίποτα.
Ακούγεται ο φοβερός ήχος. Κάτι περιστέρια πετούν τρομαγμένα, εκνευρισμένα που τους χάλασαν τον ύπνο. Ένας μεθυσμένος φτύνει το ουίσκι, ήπιε… πολύ.
Ο εγκληματίας τρέχει φοβάται, ο άλλος κοιτάει λίγο. Μυρίζει το ατσάλι . Ακούει τον πόνο γεύεται το αίμα. Θα πάει σπίτι και θα κοιμηθεί απόψε. Εσύ μην αγχώνεσαι δεν θα κρυφτεί για πάντα.
Ένας λαός βγαίνει στους δρόμους, ξυπνάει. Η καρδιά σου η καρδιά μου κομμάτια. Το κορίτσι αφήνει για λίγο το ανόητο παιχνίδι. Τώρα ξέρει και τον δικό μου πόνο.
Ένα παιδί αγκαλιάζει το ξανθό αγόρι και κλαίει. Φαντάζεσαι τα δάκρυα και το αίμα να ενώνονται. Να πηγαίνουν να βρουν τα βρομόνερα. Αχ, δες εκεί, εκεί δες. Ένα κόκκινο σύννεφο, όχι αυτό δεν θα φέρει βροχή. Δεν θα ξεδιψάσει τον κόσμο που το σκότωσε γιατί το κάνει κάθε μέρα. Όχι βροχή, λυπάται, αν βρέξει το ξέρει θα τρυπήσει τις καρδιές των ανθρώπων, όχι βροχή.

‘’Εσύ κορίτσι με τα μαλλιά στο χρώμα του αίματος τι κλαίς;
Δεν έγινε τίποτα άλλο ένα παιδί νεκρό
Ρε βλαμμένο τι κλαις; Κλέψαν λίγο από το φως της μέρας μας, τι κλαις, μην κλαις.
Μην κλαις;
Όχι κλάψε, τώρα ο κόσμος είναι πιο σκοτεινός. ‘’

‘’Σε πάει στο μνήμα ο βαρκάρης χωρίς χέρια, μα ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια/ γονατίζει μπρος σου το αγόρι δίχως πόδια, και ήθελε τόσο να σου φύλαγε το δοξασμένο αίμα. ‘’

Άστους να λένε. Είσαι ήρωας για μένα. Μην σε νοιάζουν οι άλλοι είσαι για μένα.
Να το σύννεφο, με πλακώνει. Σφίγγει η ζέστη, τρέμει το χέρι…. Ο πυρετός… το κουδούνισμα της μολυβένιας σφαίρας

‘’ Ζωή μικρή δίχως ζωή και νότα νιότης,
Σου πήραν το ωραίο το κορμί
Εσένα όμορφο ξανθό παιδί
Δεν έχει ελπίδα, φως δίχως εσέ η ανθρωπότης‘’

Πάλι ,μουτζουρώνεις φύλλα ανόητε, ανόητε δειλέ εαυτέ. Εσύ να ζεις τώρα μην κλαις, μην τολμήσεις και κλάψεις. Μουτζούρωνε χαρτιά. Ίσως έτσι να βγει κάτι.

‘’ ΣΥΓΝΩΜΗ, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ μ’ ακούς;
Άλεξ ακούς; Δεν ακούς…..
Εσένα σ’ αγαπώ μ’ ακούς;
Ακούς; Ήθελα τόσο να σου σφάλαγα τα μάτια να σου φίλαγα το αίμα, μ’ ακούς;
Αφού σε σκότωσαν φυσικά δεν ακούς
Μάνα φέρε το καλό μου πουκάμισο, Μάνα… ακούς;

Μάνα ακούς…. Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς ‘’

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s